Η Μυθολογία είναι ο προθάλαμος της Ιστορίας
Τό εὐφημεῖν ἀεί εἰς ἀγαθόν ἄγει.


«Τι εστί Θεός; Άνθρωπος αθάνατος. Τι δε Άνθρωπος; Θεός θνητός.».
Ηράκλειτος

Ίβυκος

Ίβυκος (ο): Λυρικός ποιητής του 6ου π.χ. αιώνα, που η ζωή και το έργο του πέρασαν στην περιοχή του μύθου. Λέγεται ότι γεννήθηκε στο Ρήγιο της Ιταλίας και ότι έζησε στην αυλή του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αργότερα επισκέφτηκε πολλές περιοχές της Ελλάδας, προτιμώντας αυτού του είδους την πλανητική ζωή και τις περιπέτειες. Κάποτε βρέθηκε και στην Κόρινθο, όπου τον έπιασαν ληστές και αφού του πήραν ότι είχε μαζί του, τον σκότωσαν.

Ο μύθος λέει ότι ο ποιητής πεθαίνοντας είδε να περνούν στον ουρανό γερανοί και αυτούς επικαλέστηκε για μάρτυρες και εκδικητές του. Μετά από λίγο καιρό, κι ενώ γινόταν η γιορτή των Ισθμίων, ένας από τους ληστές βλέποντας να περνούν γερανοί, είπε κοροϊδευτικά: «Να, οι μάρτυρες του Ίβυκου». «`Ιδε αι Ιβύκου έκδικοι.»

Αλλά τη φράση αυτή άκουσε κάποιος που γνώριζε τον ποιητή και την εξαφάνισή του, ειδοποίησε κι έπιασαν τους ληστές. Ανακρίνοντάς τους, το έγκλημα αποκαλύφθηκε και τιμωρήθηκαν…

Η παράδοση αυτή αναπτύχθηκε σε παραλλαγές και από μεταγενέστερους συγγραφείς και η φράση «οι γερανοί του Ιβύκου» έμεινε παροιμιώδης στους αρχαίους Έλληνες για την ανακάλυψη εγκλημάτων μετά από θεία επέμβαση.

Δαμιθάλης

Το έργο του

Στον Ίβυκο αποδίδονταν επτά ποιητικά βιβλία, από τα οποία όμως διασώθηκαν λίγα μόνο αποσπάσματα. Ακέραιοι βρίσκονται σήμερα μόλις 40 στίχοι του. Από τα ποιήματά του σημαντικότερα θεωρούνται τα ερωτικά, για την πρωτοτυπία και το θερμό τους συναίσθημα. Το είδος του θρησκευτικού ύμνου, που ο Στησίχορος τον είχε μετασχηματίσει σε ηρωικό, διαφοροποιήθηκε εκ νέου από τον Ίβυκο προς το καλύτερο, ώστε από αυτόν να γεννηθεί το εγκώμιο, δηλαδή ένας ύμνος καθαρά ανθρωποκεντρικός. Τα ποιήματά του πλησιάζουν περισσότερο στην τεχνοτροπία της λεσβιακής-αιολικής σχολής, χωρίς να απέχουν και από τη δωρική. Ο Ίβυκος μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δύο ποιητικά ρεύματα, καθώς μιμήθηκε τόσο τον Στησίχορο όσο και τη Σαπφώ. Η διάλεκτός του περιέχει ανάμικτα γλωσσικά στοιχεία και τύπους, πολλούς τεχνητούς.

Ως λυρικός ποιητής, ο Ίβυκος κατατάχθηκε από τους Αλεξανδρινούς γραμματικούς πέμπτος ή έκτος στον «Κανόνα» των εννέα λυρικών («μελικών και χορικών») ποιητών, αμέσως μετά τη Σαπφώ και τον Στησίχορο. Η ποίησή του διακρινόταν για τη μεγάλη περιγραφική της δύναμη και την έντεχνη κατασκευή των στροφών.

Τα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1833 και ύστερα το 1882 στη Λειψία.

Αναφέρεται ότι ο Ίβυκος εφεύρε το μουσικό όργανο σαμβύκη, όπως και το «ιβύκινο» (το δεύτερο αναφέρεται μόνο από το Λεξικό της Σούδας).

Με πρόσθετες πληροφορίες από
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%8A%CE%B2%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%82

Δαμιθάλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου