Η Μυθολογία είναι ο προθάλαμος της Ιστορίας
Τό εὐφημεῖν ἀεί εἰς ἀγαθόν ἄγει.


«Τι εστί Θεός; Άνθρωπος αθάνατος. Τι δε Άνθρωπος; Θεός θνητός.».
Ηράκλειτος

Ο μύθος του Ηρός.

Θέλετε Κόλαση και Παράδεισο… έχουν και οι Έλληνες!
Πλάτων. Πολιτεία: Ο μύθος του Ηρός
Τα βραβεία επομένως, είπα εγώ, οι ανταμοιβές και τα δώρα που παίρνει στη διάρκεια της ζωής του ο δίκαιος από θεούς κι από ανθρώπους, πέρα από τα αγαθά που του πρόσφερε αυτή καθεαυτήν η δικαιοσύνη, θα είναι τέτοιου είδους.
Και θα' ναι, είπε, πολύ όμορφα πράγματα και σίγουρα.
Αυτά ωστόσο, είπα εγώ, δεν είναι τίποτα, ούτε ως προς το πλήθος ούτε ως προς το μέγεθος, μπροστά σ' εκείνα που περιμένουν τον καθένα από τους δύο, όταν πεθάνει. Κι αυτά είναι ανάγκη να τα ακούσουν, ώστε και ο δίκαιος και ο άδικος να πάρουν από τη συζήτηση όλα όσα επιβάλλεται να ακούσει καθένας τους.
Λέγε τα, τότε, είπε• γιατί δεν υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που θα τα άκουγα με περισσότερη ευχαρίστηση.
Μην περιμένεις, είπα εγώ, να σου πω κανένα μακρόσυρτο μύθο σαν του Αλκίνοου, θα σου πω το μύθο του Ηρός, ενός γενναίου άνθρωπου, του γιου του Αρμένιου, από το γένος των Παμφύλων. Ο άνθρωπος αυτός σκοτώθηκε στον πόλεμο, κι όταν τη δέκατη μέρα σήκωσαν τους νεκρούς, σε αποσύνθεση πια, αυτόν τον βρήκαν άθικτο• τον πήγαν στον τόπο του για να τον θάψουν, και τη δωδέκατη μέρα από το θάνατο του, εκεί που τον είχαν επάνω στην πυρά, αυτός ξαναζωντάνεψε και, γυρίζοντας πάλι στη ζωή, ανιστορούσε όσα είχε δει εκεί. Είπε ότι σαν βγήκε η ψυχή του, πορεύτηκε με άλλους πολλούς κι έφθασαν σ' έναν τόπο δαιμονικό, όπου υπήρχαν δυο ανοίγματα της γης, δίπλα–δίπλα το ένα με το άλλο, και απέναντί τους απάνω στον ουρανό άλλα δύο. Ανάμεσα σ' αυτά κάθονταν δικαστές, οι οποίοι κάθε φορά που τελείωναν τη δίκη, τους μεν δίκαιους τους πρόσταζαν να ακολουθήσουν το δρόμο που έβγαζε προς τα δεξιά και προς τα πάνω μέσα από τον ουρανό, αφού προηγουμένως τους κρεμούσαν στο στήθος σημάδια της απόφασης που είχαν βγάλει, ενώ τους άδικους τους έστελναν από το δρόμο που ήταν στα αριστερά και οδηγούσε προς τα κάτω• είχαν κι αυτοί, κρεμασμένα πίσω τους, σημάδια για όλα όσα έπραξαν.

Όταν παρουσιάστηκε κι αυτός στους δικαστές, του είπαν ότι έπρεπε να γίνει αγγελιαφόρος και να πει στους ανθρώπους τι συνέβαινε εκεί, και του έδωσαν την εντολή να ακούει και να κοιτάει με προσοχή τα πάντα σ' εκείνο τον τόπο. Είδε έτσι εκεί τις ψυχές που έφευγαν μέσα από τα δύο ανοίγματα του ουρανού και της γης, αφού πια είχαν κριθεί, ενώ στα δύο άλλα ανοίγματα έβλεπε άλλες ψυχές, από το ένα να ανεβαίνουν, φεύγοντας από τη γη λερωμένες και βουτηγμένες στη σκόνη, κι από το άλλο άλλες ψυχές να κατεβαίνουν από τον ουρανό καθαρές. Και οι ψυχές που έφθαναν κάθε φορά έδιναν την εντύπωση πως έρχονταν από δρόμο μακρινό, και με ευχαρίστηση τραβούσαν κατά το λιβάδι κι εκεί κατασκήνωναν, όπως σ' ένα πανηγύρι, και χαιρετιούνταν η μια με την άλλη, όσες γνωρίζονταν, κι αυτές που έρχονταν από τη γη ζητούσαν να μάθουν από τις άλλες για τα πράγματα εκεί, κι εκείνες πάλι που έρχονταν από τον ουρανό ρωτούσαν τις άλλες για τα δικά τους. Κι ανιστορούσαν οι μεν στις δε, άλλες κλαίγοντας και οδυρόμενες, καθώς ξαναθυμούνταν όσα είδαν και έπαθαν στην πορεία τους κάτω από τη γη ―κι η πορεία αυτή είχε κρατήσει χίλια χρόνια―, κι οι άλλες πάλι που έφθαναν από τον ουρανό διηγούνταν όσα ευχάριστα δοκίμασαν εκεί και την άφατη ομορφιά που είχαν αντικρύσει.

Ήταν πολλά πράγματα, Γλαύκων, και θα 'παιρνε χρόνο πολύ να τα διηγηθεί κανείς• το πιο σπουδαίο όμως που είπε είναι μ' ένα λόγο τούτο. Για όσες αδικίες διέπραξαν, καθένας τους, και για όσους αδίκησαν πλήρωσαν για όλα με την τιμωρία που έπρεπε, δέκα φορές για το καθένα ―πάει να πει, για κάθε εκατό χρόνια, γιατί τόσο είναι το διάστημα της ανθρώπινης ζωής―, ώστε το τίμημα που κατέβαλαν να είναι δεκαπλάσιο από το αδίκημα. Αν κάποιοι, λ.χ., έγιναν η αιτία για το θάνατο πολλών ανθρώπων, είτε επειδή πρόδωσαν πολιτείες ή στρατόπεδα είτε πάλι επειδή είχαν ρίξει ανθρώπους στη σκλαβιά ή ήσαν συνένοχοι για κάποια άλλη δυστυχία, για όλα αυτά, έλεγε, πλήρωναν με δεκαπλάσια οδύνη το κάθε τους κρίμα, κι από την άλλη, αν είχαν κάνει κάποιες καλοσύνες κι είχαν φανεί δίκαιοι και γεμάτοι σεβασμό απέναντι στους θεούς, έπαιρναν με την ίδια αναλογία την ανταμοιβή τους.

Έλεγε επίσης κάτι άλλα για όσους πέθαναν μόλις γεννήθηκαν και για όσους έζησαν λίγο, αλλά δεν αξίζει να αναφερθούμε σ' αυτά. Και για την ασέβεια ή το σεβασμό απέναντι στους θεούς και τους γονείς καθώς και για όσους σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια οι αντίστοιχες πληρωμές, έλεγε, είναι ακόμη πιο μεγάλες.
Έλεγε μάλιστα πως μπροστά του κάποιος ρωτούσε κάποιον άλλο πού ήταν ο πολύς Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος αυτός υπήρξε τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, πάνε χίλια χρόνια από τότε• είχε σκοτώσει τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του κι είχε διαπράξει, όπως έλεγαν, και άλλα πολλά ανοσιουργήματα. Είπε λοιπόν ότι ο άνθρωπος που ρωτήθηκε απάντησε πως «Δεν έχει έλθει ο Αρδιαίος κι ούτε πρόκειται να έλθει. Γιατί πραγματικά ήταν κι αυτό ένα από τα φοβερά πράγματα που είδαμε.

Εκεί που είμαστε κοντά στο στόμιο έτοιμοι να βγούμε απάνω, και τα παθήματα μας όλα είχαν πάρει τέλος, τον είδαμε ξαφνικά αυτόν και μερικούς άλλους που οι περισσότεροί τους υπήρξαν τύραννοι• ήσαν επίσης μαζί τους και ορισμένοι ιδιώτες, από αυτούς που είχαν διαπράξει μεγάλα ανομήματα. Φαντάζονταν ότι θα ανέβαιναν πια κι αυτοί, το στόμιο όμως δεν τους δεχόταν αλλά μούγκριζε κάθε φορά που κάποιος από 'κείνους τους έτσι αθεράπευτα αχρείους ή από όσους δεν είχαν τιμωρηθεί αρκούντως για τα κρίματά τους επιχειρούσε να βγει επάνω. Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και στέκονταν πλάι στο άνοιγμα, ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μαζί και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα και τους έγδαραν, έπειτα τους τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι, σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους, κι εξηγούσαν κάθε φορά στους περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο». Κι από τους πολλούς και κάθε λογής φόβους που 'χαν δοκιμάσει, ο μεγαλύτερος, είπε, ήταν μήπως κι ακουγόταν εκείνο το μουγκρητό την ώρα που καθένας τους θα προσπαθούσε να βγει, κι ήταν μεγάλη η χαρά να 'ναι το μουγκρητό σταματημένο καθώς θα ανέβαιναν επάνω. Αυτές περίπου, είπε, ήσαν οι ποινές και οι τιμωρίες, κι οι ανταμοιβές πάλι ανάλογες.

Όταν οι ομάδες, καθεμιά χωριστά, συμπλήρωναν επτά ήμερες παραμονής στο λιβάδι, υποχρεωτικά την όγδοη ήμερα σηκώνονταν από 'κεί και ξεκινούσαν μια πορεία, και την τέταρτη ημέρα έφθαναν σ' ένα σημείο απ' όπου αντίκρυζαν να απλώνεται από ψηλά ένα φως ίσιο σαν κολόνα, το οποίο διαπερνούσε όλο τον ουρανό και τη γη, φως που έμοιαζε με το ουράνιο τόξο, μόνο που ήταν πιο λαμπερό και πιο καθαρό. Σ' αυτό το φως έφθασαν υστέρα από μιας μέρας δρόμο, κι εκεί, καταμεσής στο φως, είδαν να 'ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες των δεσμών που τον συγκρατούν. Γιατί τούτο το φως είναι ο συνεκτικός δεσμός του ουρανού ―κάτι σαν τα υποζώματα στις τριήρεις―, αυτό που συγκρατεί όλη την περιστροφική κίνησή του, κι από τις άκρες του δεσμού είναι σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης, αυτό που προκαλεί όλες τις περιστροφικές κινήσεις.

Το αδράχτι είχε στέλεχος κι αγκίστρι από μέταλλο σκληρό, ενώ το σφοντύλι του ήταν εν μέρει από το ίδιο σκληρό μέταλλο κι εν μέρει από άλλα υλικά. Κι όσο για το σφοντύλι ήταν περίπου ως εξής: Είχε το σχήμα που έχουν και τα δικά μας σφοντύλια, απ' ότι έλεγε όμως πρέπει να το φανταστούμε πως ήταν σαν να είχαν περάσει και τοποθετήσει μέσα σε ένα μεγάλο σφοντύλι, κοίλο και εντελώς κουφωμένο, ένα άλλο όμοιο αλλά μικρότερο, που ταίριαζε ακριβώς, σαν τους κάδους που χωρούν ακριβώς ο ένας μέσα στον άλλο, και κατά τον ίδιο τρόπο ένας τρίτος κι ένας τέταρτος κι άλλοι τέσσερις ακόμη.

Γιατί, όπως έλεγε, συνολικά τα σφοντύλια ήσαν οκτώ, τοποθετημένα το ένα μέσα στο άλλο, έτσι που τα χείλη τους να δείχνουν από πάνω σαν κύκλος, σχηματίζοντας ένα σφοντύλι με μια συνεχή επιφάνεια γύρω στο στέλεχος της ρόκας• αυτή πάλι περνούσε μέσα κι από τo όγδοο σφοντύλι κι έβγαινε από την άλλη μεριά. Το πρώτο και εξωτερικό σφοντύλι σχημάτιζε με τα χείλη του τον πιo πλατύ κύκλο, ακολουθούσε o κύκλος του έκτου σφοντυλιού, τρίτος σε πλάτος ήταν ο κύκλος του τέταρτου, τέταρτος του ογδόου, πέμπτος ο κύκλος του εβδόμου, έκτος του πέμπτου, έβδομος του τρίτου, όγδοος, τέλος, σε πλάτος ήταν ο κύκλος που σχημάτιζε το δεύτερο σφοντύλι.

Ο κύκλος του πρώτου σε μέγεθος σφοντυλιού ήταν ποικιλόχρωμος, του εβδόμου ήταν ο πιο λαμπερός, του ογδόου ο κύκλος παίρνει το χρώμα του από το φως που σκορπάει επάνω του ο κύκλος του εβδόμου, του δεύτερου και του πέμπτου οι κύκλοι έχουν παραπλήσια χρώματα ο ένας με τον άλλο, ο τρίτος έχει το πιο λευκό χρώμα, ο τέταρτος ένα χρώμα προς το κοκκινωπό, ενώ δεύτερος σε λευκότητα ερχόταν ο έκτος κύκλος. Καθώς, τώρα, το αδράχτι περιστρέφεται, κινείται κυκλικά ολόκληρο, πάντα με την ίδια φορά, όμως μέσα στη γενική περιφορά του όλου οι επτά εσωτερικοί κύκλοι περιστρέφονται με βραδύ ρυθμό προς την αντίθετη διεύθυνση απ' ότι το όλο, και από αυτούς πιο γρήγορα, έλεγε, κινείται ο όγδοος, ακολουθούν ως προς την ταχύτητα, πηγαίνοντας μαζί, ο έβδομος, ο έκτος και ο πέμπτος• τρίτος ως προς την ταχύτητα με την οποία εκτελούσε την περιστροφή του ήταν, όπως τους φάνηκε, ο τέταρτος κύκλος, τέταρτος ο τρίτος και πέμπτος ο δεύτερος.

Για το αδράχτι έλεγε ότι περιστρεφόταν πάνω στα γόνατα της Ανάγκης. Επάνω σε κάθε κύκλο του στεκόταν από μια Σειρήνα που γύριζε κι αυτή μαζί, βγάζοντας από μέσα της έναν ήχο, μια μουσική νότα• κι από όλες τις νότες, που ήσαν οκτώ, σχηματιζόταν ένα αρμονικό ταίριασμα. Και υπήρχαν άλλες τρεις καθισμένες γύρω–γύρω σε ίσες αποστάσεις, καθεμιά σ' ένα θρόνο, θυγατέρες της Ανάγκης, Μοίρες, ντυμένες στα άσπρα, φορώντας στο κεφάλι στέμμα, η Λάχεση, η Κλωθώ, η Άτροπος, και τραγουδούσαν πάνω στη μελωδία των Σειρήνων, η Λάχεση τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά, η Άτροπος τα μελλούμενα.

Κι η Κλωθώ, αγγίζοντας από καιρό σε καιρό με το δεξί της χέρι το αδράχτι στο εξωτερικό χείλος του, βοηθούσε στην περιστροφή, ενώ η Άτροπος, με το αριστερό της χέρι, έκανε το ίδιο για τις εσωτερικές περιστροφές• η Λάχεση πάλι, πότε με το ένα και πότε με το άλλο χέρι βοηθούσε άλλοτε την εξωτερική κι άλλοτε τις εσωτερικές περιστροφές. Αυτοί λοιπόν, όπως έλεγε, σαν έφθασαν εκεί, έπρεπε υποχρεωτικά να πάνε στη Λάχεση.

Και τότε ένας προφήτης, αφού πρώτα τους έβαλε να παραταχθούν με τάξη, πήρε έπειτα από τα γόνατα της Λάχεσης κλήρους και παραδείγματα βίων κι ανεβαίνοντας σ' ένα ψηλό βήμα φώναξε: «Της κόρης Λάχεσης, θυγατέρας της Ανάγκης, είναι τούτος ο λόγος. Ψυχές της μιας ημέρας, αρχίζει για το θνητό γένος άλλος ένας κύκλος με κατάληξη το θάνατο. Δεν θα σας πάρει με κλήρο κάποιος δαίμονας, θα τον διαλέξετε εσείς το δαίμονα. Οποιανού λάχει ο πρώτος κλήρος, αυτός πρώτος να διαλέξει τη ζωή που αναγκαστικά θα ζήσει. Δεν έχει δεσπότη η αρετή• ανάλογα αν την τιμάει κανείς ή την περιφρονεί, θα 'ναι και πιο μεγάλο ή πιο μικρό το μερτικό του επάνω της. Η ευθύνη είναι αυτουνού που διαλέγει• ο θεός δεν έχει ενοχή».

Σαν τα 'πε αυτά έριξε τους κλήρους κι ο καθένας έπαιρνε αυτόν που έπεσε δίπλα του, εκτός από τον Ήρα, γιατί ο κήρυκας δεν του το επέτρεψε. Και παίρνοντας καθένας τον κλήρο του έβλεπε με ποια σειρά θα διάλεγε. Αμέσως μετά άπλωσε μπροστά τους, καταγής, τα παραδείγματα των βίων, πολύ περισσότερα απ' όσους ήσαν εκεί. Κι ήσαν δείγματα κάθε λογής• βίοι όλων των ζώων και βέβαια όλοι οι τρόποι της ανθρώπινης ζωής. Ανάμεσά τους υπήρχαν παραδείγματα από τυραννίδες, εν μέρει από αυτές που δεν τελειώνουν ποτέ, εν μέρει από αυτές που κάποια στιγμή πέφτουν και καταλήγουν στη φτώχεια, την εξορία και τη ζητιανιά.

Υπήρχαν ακόμη βίοι ανθρώπων ξακουστών για τη μορφή, το κάλλος και την άλλη δύναμη και μαχητικότητά τους ή πάλι για την καταγωγή και τις αρετές των προγόνων τους, κι ακόμη παραδείγματα ανθρώπων άσημων ως προς αυτά τα πράγματα ― επίσης βίοι γυναικών. Κάποιος σταθερός καθορισμός των ψυχών δεν υπήρχε γιατί κατανάγκη καθεμιά τους γίνεται διαφορετική ανάλογα με το βίο που διάλεξε• τα άλλα όμως είχαν αναμιχτεί μεταξύ τους και με τον πλούτο και τη φτώχεια, κάποια άλλα με αρρώστιες και υγεία, ορισμένα άλλα πάλι με ενδιάμεσες καταστάσεις.

Κι εδώ, καθώς φαίνεται, αγαπητέ μου Γλαύκων, είναι όλος ο κίνδυνος για τον άνθρωπο, και γι' αυτόν το λόγο πρέπει να φροντίζουμε πρωτίστως και κυρίως με ποιον τρόπο καθένας μας, αφήνοντας κατά μέρος κάθε άλλο μάθημα, θα επιδιώξει με ζήλο να προσοικειωθεί τούτη τη μάθηση μήπως μπορέσει πουθενά να αντιληφθεί και να βρει ποιος θα του δώσει τη δύναμη και τη γνώση να διακρίνει το καλό και το κακό στη ζωή, ώστε να διαλέγει πάντα κατά το δυνατόν το καλύτερο.

Να αναστοχάζεται όλα όσα είπαμε ως τώρα, είτε συνδυάζοντας το ένα με το άλλο είτε και το καθένα χωριστά, για να αξιολογήσει την επίδρασή τους στην αρετή του βίου και να κατανοήσει έτσι ποιες είναι οι κακές ή οι αγαθές συνέπειες της ομορφιάς, αν συγκεραστεί με τη φτώχεια ή με τον πλούτο και με αυτήν ή την άλλη ψυχική διάθεση•να δει την ευγενική και την ταπεινή καταγωγή, την ιδιωτική ζωή και τα αξιώματα, τις σωματικές δυνάμεις και την ανημποριά του σώματος, την ευχέρεια με την οποία μαθαίνει κανείς ή την ακαταλληλότητά του για μάθηση, και για όλα αυτά τα πράγματα, τα οποία είναι από τη φύση βαλμένα στην ψυχή ή είναι επίκτητα, να δει ποιες επιπτώσεις έχουν, όταν αναμιχθούν το ένα με το άλλο, έτσι ώστε, αφού τα λογαριάσει όλα, να μπορεί, έχοντας στραμμένο το βλέμμα του στη φύση της ψυχής, να κάνει την επιλογή του, ποιος είναι ο χειρότερος και ποιος ο καλύτερος βίος, χαρακτηρίζοντας ως χειρότερο το βίο ο οποίος θα κάνει την ψυχή πιο άδικη και ως καλύτερο εκείνον που θα την κάνει πιο δίκαιη.

Όλα τα άλλα θα τον αφήσουν αδιάφορο. Γιατί εμείς το έχουμε δει ότι και για τούτη τη ζωή και για την άλλη αυτή είναι η πιο στέρεη επιλογή. Και παίρνοντας κανείς το δρόμο για τον Άλλο Κόσμο πρέπει την πίστη αυτή να την έχει μέσα του στερεή σαν από διαμάντι, ώστε να μπορέσει και εκεί να μη θαμπωθεί από πλούτη κι άλλα τέτοια κακά, και να μην ξεπέσει σε τυραννικές και άλλες παρόμοιες πράξεις, προκαλώντας πολλά κι ανεπανόρθωτα δεινά.

Και για να μην πάθει κι ο ίδιος ακόμη μεγαλύτερα παθήματα αλλά να μάθει σε τέτοια πράγματα να διαλέγει πάντα μια ζωή μεσότητας αποφεύγοντας τις υπερβολές προς τη μια ή την άλλη πλευρά, τόσο σε τούτη εδώ τη ζωή όσο, κατά το δυνατόν, και σε ολόκληρη τη μέλλουσα. Γιατί έτσι ο άνθρωπος γίνεται τρισευτυχισμένος.
Μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος. 2002. Πλάτων. Πολιτεία.
www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?m=1&t=534
http://www.greatlie.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου